ανατέμνω


ανατέμνω
ανατέμνω βλ. πίν. 1 (μόνο στον ενεστ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνατέμνω — cut up pres subj act 1st sg ἀνατέμνω cut up pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανατέμνω — (Α ἀνατέμνω) κόβω, σχίζω ανθρώπινο σώμα νεοελλ. αποκόβω όργανα από πτώμα για να τα εξετάσω, εκτελώ ανατομικές εργασίες 2. εξετάζω σχολαστικά, αναλύω λεπτομερειακά αρχ. 1 κατακόπτω, ξεσχίζω 2. χαράζω, ανοίγω …   Dictionary of Greek

  • ἀνατεμοῦσι — ἀνατέμνω cut up aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀνατέμνω cut up fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἀνατέμνω cut up fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατεμοῦσιν — ἀνατέμνω cut up aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀνατέμνω cut up fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἀνατέμνω cut up fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατετμημένα — ἀνατέμνω cut up perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀνατετμημένᾱ , ἀνατέμνω cut up perf part mp fem nom/voc/acc dual ἀνατετμημένᾱ , ἀνατέμνω cut up perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατέμνῃ — ἀνατέμνω cut up pres subj mp 2nd sg ἀνατέμνω cut up pres ind mp 2nd sg ἀνατέμνω cut up pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατεμεῖ — ἀνατέμνω cut up fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) ἀνατέμνω cut up fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατεμεῖν — ἀνατέμνω cut up aor inf act (attic epic doric) ἀνατέμνω cut up fut inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατεμνομένων — ἀνατέμνω cut up pres part mp fem gen pl ἀνατέμνω cut up pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατεμνόμενον — ἀνατέμνω cut up pres part mp masc acc sg ἀνατέμνω cut up pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)